Home / Η ΚΡΗΤΗ ΜΑΣ / Τα πλούσια τραπέζια της φτώχειας στην παλιά Κρήτη

Τα πλούσια τραπέζια της φτώχειας στην παλιά Κρήτη

Είναι βράδυ, χωρίς ηλεκτρικό φως. Τα κούτσουρα τριζοβολούν στο τζάκι και οι φλόγες κάνουν τα δικά τους παιχνίδια. Οι σκιές υπόσχονται ταξίδια μακρινά.

 

Στη σάλα που είναι και κουζίνα και παρακούζινο κι αν χρειαστεί και κρεββατοκάμερα, ο Βαγγέλης και η Μαρία κάθονται στις δύο άκρες του τραπεζιού. Η Μαρία κρατά στα χέρια της ένα μωρό και έξι παιδιά τριγυρίζουν όρθια γύρω από το τραπέζι. Δεν υπάρχουν άλλες καρέκλες.

 

 

Στη μέση του τραπεζιού ξεχωρίζει μια λεκανίδα με πολλές βρούβες και λίγο λάδι. Ένα γεμάτο πιάτο σταφιδολιές κι ένα με λίγο τυρί. Ίσα ένα κομματάκι για τον καθένα. Καύκαλα με κρίθινο παξιμάδι για όλους. Όλο το Καλοκαίρι θέριζαν μικροί και μεγάλοι στον κάμπο της Μεσαράς.

Τα μικρά χέρια απλώνονται και η Μαρία, πιο πολύ κι από μισότυφλη, όσο βλέπει χαμογελά. Το ίδια είχαν κάνει το πρωί με τους τηγανίτους με το πετιμέζι και το μεσημέρι με τα ξερά κουκιά με τις σαρδέλες της πολυτέλειας.

 

Κάθε πρωί που ξυπνά η καλοκάγαθη Μαρία λέει “έχει ο Θεός” και ξεκινά τη μέρα της. Δύσκολο να ταΐσεις εννιά στόματα, μα πάντα στέλνει ο Θεός. Το λάδι λίγο με το σταγονόμετρο, μα τα πιθάρια έχουν φακή, ροβίθια, και κουκιά ξερά. Το αλεύρι πάντα υπάρχει και η σκάφη στήνεται συχνά κι ο ξυλόφουρνος ανάβει και έτσι ψωμί δε λείπει, ακόμα κι αν είναι παξιμάδι.

Είναι κι ότι φυτέψεις και βγει, αλλά και η Μαρία είναι “του διαόλου” στην κουζίνα. Κι ας μη βλέπει. Ακόμα και τις κορφάδες από τα φρέσκα κουκιά κάνει στιφάδο. Για το φύλλο της τι να πεις, το σηκώνεις και θωρείς από την άλλη μεριά. Τα κοπέλια μαζεύουν χόρτα και οι χορτόπιτες είναι συχνό έδεσμα. Τα πιταράκια με μυζήθρα πιο δύσκολα. Μια αίγα και δυο πρόβατα για εννιά στόματα.

 

 

Το κοτέτσι είναι πιο πολύ για το αυγό. Στη χάση και στη φέξη καμιά όρνιθα στο τσικάλι. Κι ο χοίρος για τα Χριστούγεννα. Αλλά τότε όλοι χορταίνουν. Σύγλινα, τσιγαρίδες, λουκάνικα, απάκι. Από τη γλίνα θα γίνουν τα γλυκά.

Είναι και τα χωράφια που πάντα δίνουν φαΐ. Εκτός από τα χόρτα, ασκορδουλάκοι, χοχλιοί κι όλα τα καλά του Θεού.

Κι ο Βαγγέλης σπέρνει κάθε Οκτώβρη για τα παιδιά του όσπρια και για τα οζά του ταγή και ρόβι.

 

Και τα παιδιά κουβαλούν ξύλα για το τζάκι και το φούρνο και πουλούν κι άμα τους περισσεύουν. Τα λεφτά της οικογένειας λίγα, θα γίνουν ζάχαρη και λίγα ακόμα που λείπουν. Τα υπόλοιπα φασίδια για τις προίκες των πέντε κοριτσιών.

Ξαφνικά ξυπνώ στο σήμερα. Η Μαρία μας έχει αφήσει 40 χρόνια κι ο Βαγγέλης 28.

Τα παιδιά έφυγαν κι αυτά. Από τα εφτά έμειναν μόνο δύο. Η Φροσύνη που διανύει τη δέκατη δεκαετία της ζωής της και η Διαμάντω πολύ μικρότερη. Είναι αυτή που φυλάει τις Θερμοπύλες του διατροφικού πλούτου της οικογένειας μας.

 

Μας φτιάχνει ακόμα λουκάνικα και απάκια όπως η γιαγιά Μαρία. Μας τηγανίζει πατάτες στην παρασιά, κάνει αμαθιές, χειρομυλόπιτες, τζουλαμάδες, μπουρέκι τις Απόκριες. Γνωρίζει όλα τα χόρτα. Κάνει πιταράκια, χειροποίητες χυλοπίτες, χυλό και κόλλυβα των ψυχών. Δύο φορές μας βρήκε και σκαρολάχανο από τις κουφάλες της χαρουπιάς.

Αυτές τις εικόνες, αυτές τις μυρωδιές, τις μοναδικές γεύσεις της παλιάς μου οικογένειας βρήκα ξεφυλλίζοντας τον Οδηγό Κρητικής Κουζίνας.

 

*Το παραπάνω κείμενο αποτελεί ομιλία μου σε εκδήλωση που διοργάνωσαν στη Δημοτική Πινακοθήκη Μαλεβιζίου, ο Δήμος Μαλεβιζίου, το Φεστιβάλ Κρητικής Κουζίνας, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τυλίσου και ο Σύλλογος Γυναικών Τυλίσου “Η Δίκτυνα”.

 

Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο Maleviziotis.gr.

 

 

https://mariastetradio.blogspot.com/