Home / ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ / Μαντινάδες Αστείες !!!

Μαντινάδες Αστείες !!!

Ο κρητικός στην ξενιτιά
πόσα λεφτά δε δίνει,
να βρεί μπουμπουριστούς χοχλιούς
να φάει με το ξύδι.

Аχ και νά ‘ταν κινητό
μωρό μου η καρδιά σου,
για να κατέχω μόνο εγώ
το πίν του έρωτα σου!!

Ανάθεμα τη μάνα σου
την αγριοχαρούπα,
απου δεν μ’ αφήνει να σε
δω, με τα καινούργια ρούχα.

Ξανοίγω σε ξανοίγεις με
γελώ σου και γελάς μου,
το κωλαράκι μου κουνάς
και χάνω τα μυαλά μου.

Όταν θα δεις την κοπελιά
να ‘χει στα χέρια τρίχες,
έχει διαόλους μέσα της
και γλώσσα δέκα πύχες!

Οψάργας πήγα τσι χοχλιούς
και σβήνει το γκαζάκι,
και αφήνω κάτω τσι χοχλιούς
και αλλάζω φιαλάκι.

Πως μ `αγαπάς το διάβασα
σ `ενός αρνιού τη σπάλα,
μα εγώ για να βεβαιωθώ
θα πά `να σφάξω κι άλλα

.Εγνώρισα δυο κοπελιές
από τον Άγιο Σύλα,
η μια ήταν όμορφη
και η άλλη ήταν σκύλα.

Ραβδίζω κ ‘είμαι μοναχός
πάρε τη ντέμπλα κι έλα,
γιατί έχω ακόμα αράβδιστα
μια δεκαριά μουρέλα.

Τα πρόβατά μου μάζωξα
να σου τα κάμω δώρο,
γιατί παντρεύεσαι βοσκό
κι όχι κανένα φλώρο!

Ότας με είδες στο ιντερνέτ
να κατεβάζω τσόντες,
στα ίσα δε μου θύμωσες
μα μου μιλάς με σπόντες!

Τα μάτια σου είναι σαν αυγά
τ’ αυτιά σου σαν του χοίρου,
και το υπόλοιπο κορμί
οσά του κατσοχοίρου.

Όλος ο κόσμος να καεί
και το Παγκαλοχώρι,
το Ρουσοσπίτι μην καεί
γιατί αγαπώ μια κόρη!

Η μάνα σου όντε σε έκανε
καλλιά τονε να κάνει,
ενα κατσούλι μαλλιαρό
τσι ποντικούς να πιάνει

!Εγώ ΄μαι μαύρος κι άσκημος
κι ανθρώπου δεν αρέσω,
μα δεν το καταδέχομαι
και θύμα να σου πέσω!

Χοντρούς χοχλιούς θα πάω να βρώ
και ξύδι θα φυλλάξω,
κι αρισμαρί εξέρανα
την τιγανιά να φτιάξω!

Ο Πετεινός τση γειτονιάς
παίζει με τσ ‘όρνιθές μου,
άχι και να ‘παιζα γω
με τσι γειτόνισσές μου!

Θε μου Μεγαλοδύναμε
μας έπεψες τα νιάτα,
μα πέμπεις και τα γερατειά
και τα ‘καμες σαλάτα!

Τα μπράτσα σου είναι φουσκωτά
ωσάν του Πύρρου Δήμα,
μα από μυαλό αγαπητέ
είσαι λιγάκι βλήμα.

Εψές αργά το σκέφτηκα
και χάρηκα λιγάκι,
αχ μια τρυπούλα να ‘σουνα
και να ‘μουν το φιδάκι!

Όντα θα δεις την όρνιθα
να κακαρίζει ομπρός σου,
ντελόγο το κατάλαβε
πως είν’ τ’ αυγό δικό σου.

Μη με θωρείς μικρό-μικρό
και χαμηλοζωσμένο,
από τη γης δε φαίνομαι
μα τσι καρδιές μαραίνω.

Στο λιόφυτο τσ’ αγάπης μας
σε περιμένω κι έλα,
γιατί δεν έβαλα κοπρά
οφέτος στα μουρέλα.

Σήκωσε το φουστανάκι σου
να δω το ερημοκλήσι,
να φέρω το Χριστόδουλο
να ‘ρθει να λειτουργήσει!

Σ’ ένα γκρεμό να τηνε δώ
από ‘να κλαδί πιασμένη,
θα προσπεράσω και θα πω
καλά ‘ναι κρεμασμένη!

Μα σένα η αγάπη σου
μοιάζει των ατσιγγάνω,
που στήνουν τα τσαντίρια τους
εις τα παπούρια απάνω!

Μα σένα η αγάπη σου
του καζαμία μοιάζει,
που γράφει πως κατακλυσμό
θα κάνει. μα δεν στάζει!

Την ώρα που τυροκομώ
σκέφτομαι μόνο εσένα,
γι’ αυτό και όλα τα τυριά
βγαίνουνε χαλασμένα!

Επέσαν οι τουρίστριες
πάνω στσι μερακλήδες,
τέτοια ζημιά δεν κάμανε
του Χίτλερ οι ναζίδες!

Τση μηχανής τση σκαφτικιάς
τη φρέζα δεν παλεύω,
και διάλυσα το σουλτανί
γιατί στο νου μου σ΄ έχω!

Ποτέ χοχλιός μπουρμπυριστός
δε φεύγει απ’ το τηγάνι,
ανε γλιτώσει απ’ τη φωθιά
τ’ αλάτσι τονε πιάνει!

Χοχλιδοβολοσέρματα
δε θέλω μπλιο μαζί σου,
γιατί είδα αλλουνού χοχλιού
σημάδια στο κορμί σου!

Μια χήρα 20 χρονών
με κάλεσε στο σπίτι,
και κάτσαμε και κλάψαμε
μαζί το μακαρίτη!

Βιόλες εδώ βιόλες εκεί
γέμισε ο κόσμος βιόλες,
μα γω θα ρίξω γραμοξόν
να τσι ξεράνω όλες!

Απάνω στο αγροτικό
θα βάλω ένα πλέχτη,
όταν θα κάνω ταρζανιές
ο σκύλος να μη πέφτει!

Είδασε και ξεπρόβαλες
και εγλάκας μες στη στράτα,
λόγω τιμής μου θύμισες
την άσπρη μας προβάτα!

Ως σ’ αγαπώ δεν αγαπά
η αίγα το χασίλι,
κι η Μπουζουκοβασίλενα
το Μπουζουκοβασίλη!

Όταν ραβδίζω την ελιά
σκέφτομαι μόνο εσένα,
γι’ αυτό ραβδίζω τα κλαδιά
τα ξαναραβδισμένα!

Πάντοτε στην κορφή τσ’ ελιάς
η σκέψη σου με βρίχνει,
κι αφήνω το ραβδιστικό
και μόνο φύλλα ρίχνει!

Τέτοια ντροπή δεν την μπορώ
και την καρδιά μου καίει,
με τι ψυχή με άφησες
για ένα Εγγλέζο γκέι?

Ήθελα να ‘χα τρεις καρδιές,
η μια να βγάνει ρύζι,
η άλλη κλιματόφυλλα
κι η άλλη να στρουφίζει!

Γιατί ανε σε πιάσω εγώ
θα πείς: ας είχα φύγει,
προτού με δει η γυναίκα μου
τα μύρια να μου σύρει!

Όταν θα μάθω πως θα βγεις
ξανά μ’ άλλη γυναίκα,
ετοίμασε τον τάφο σου
να μπεις μόνος σου μέσα..

Όταν θα πει τ’ άφεντικό
πως θα την απολύσει,
πάρτι θα κάνω και θα πώ:
Αυτή τανε η λύση!

Η κόρη μου μεγάλωσε
έγινε γυναικάρα,
μα σαν θα πει θέλω γαμπρό,
θα πιάσω τη χατζάρα!

Όταν θα πεις αγάπη μου,
πως δεν με θέλεις άλλο,
όλα τα μπογαλάκια σου
στο δρόμο θα τα βγάλω.

Ας ήταν και να κάτεχα,
ποιός φτιάχνει τα ευρώ,
να πάω μωρέ και να του πω,
εδώ ‘με μπρε και ‘γω.

Όντε θα δω αγάπη μου
άλλη να σε πειράζει,
στ’ ορκίζομαι πως θα βρεθεί
σε μια γωνιά να κράζει!

Ας ήταν και να κάτεχα
ίντα μωρέ σου βρήκα,
καλλιά τονε να κλειδωθ
μονάχη σε μια τρύπα!

Ίντα ‘θελα ο κουζουλός
και αγάπαγα εσένα,
καλύτερα να έπεφτα
μες του χωριού τη στέρνα.